Παραβατικότητα
Βία και Παραβατικότητα Ανηλίκων: Γιατί μας αφορά όλους;
«Με αγάπησαν πολλές φορές, σαν να με
μισούσαν.
Με μίσησαν πολλές φορές, σαν να με
αγαπούσαν.
Μια μέρα θέλησα να αγαπήσω κι εγώ.
Και γέμισα πτώματα τη ζωή μου.
Να σκοτώνω ήξερα μόνο.
Εσείς με εκπαιδεύσατε.»
Τ. Τζανάτος
Έχουν πράγματι αυξηθεί τα περιστατικά βίας και παραβατικότητας ανηλίκων στην Ελλάδα;
Την έξαρση βίαιων περιστατικών την παρατηρούμε τόσο ως πολίτες στην καθημερινότητά μας, με τα όσα γίνονται στις γειτονιές μας, όσο από αυτά που ακούγονται από τα ΜΜΕ και προκύπτουν από τα ερευνητικά δεδομένα. Τη βία και την αύξηση βίαιων περιστατικών θα πρέπει να την προσεγγίσουμε ολιστικά, ως ένα σύνθετο πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Στη βίαιη συμπεριφορά θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και τη λεκτική βία που συναντάμε καθημερινά στους δρόμους. Οι παραβάσεις του ΚΟΚ είναι κι αυτές μια έκφραση βίας, εκτόνωση ενός αδυσώπητου θυμού και μιας καταπιεσμένης επιθετικότητας.
Σαφώς και υπάρχει περισσότερη ευαισθητοποίηση σε σχέση με το ζήτημα της βίας, καθώς είναι κάτι που αναγνωρίζεται πολύ περισσότερο ως ψυχοκοινωνικό φαινόμενο σε σχέση με το παρελθόν. Ως εκ τούτου, λαμβάνει και την αντίστοιχη αναγνώριση και προβολή από τα ΜΜΕ. Αυτό που προβληματίζει περισσότερο, ωστόσο, δεν είναι τόσο η ποσοτική αύξηση των περιστατικών βίας, παρά η ποιοτική της αύξηση. Τα περιστατικά που ακούμε αποκτούν όλο και περισσότερο έναν πιο έντονο, ακραίο χαρακτήρα. Η ένταση της βιαιότητας είναι αυτή που αυξάνεται πολύ περισσότερο από τον αντικειμενικό αριθμό των περιστατικών. Μετά την περίοδο της πανδημίας παρατηρούμε μια προοδευτική αύξηση της βίας, ενώ το ηλικιακό όριο των ανήλικων που εμφανίζουν εμπλοκές με τον νόμο ή άλλες παρεκκλίνουσες συμπεριφορές διαρκώς μειώνεται.
Τι είναι η νεανική παραβατικότητα και τι η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά;
Η νεανική παραβατικότητα είναι ένας νομικός και κοινωνικός όρος που περιγράφει το σύνολο των συμπεριφορών που παραβιάζουν τους νόμους ή έναν κανόνα συμπεριφοράς που είναι βασικός για μια κοινωνική ομάδα και προκαλούν αντιδράσεις αποδοκιμασίας. Πολλοί νέοι, βέβαια, παρουσιάζουν παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, δηλαδή μορφές συμπεριφοράς που δεν είναι κοινά αποδεκτές, χωρίς αυτές να φτάνουν οπωσδήποτε στην παραβίαση κάποιου νόμου. Τέτοιες συμπεριφορές είναι για παράδειγμα οι φυγές από το σπίτι, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ ή ακόμα και η διακοπή της σχολικής φοίτησης.
Τι είναι αυτό που ωθεί τους εφήβους και τους νέους σε τέτοιες συμπεριφορές;
Οι έφηβοι επηρεάζονται και βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση με το οικογενειακό, το φιλικό, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Δεν μένει παρά να αναλογιστούμε τι έχουν περάσει σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο όχι μόνο οι ίδιοι οι έφηβοι, αλλά και ο ευρύτερος κύκλος που τους περιβάλλει: οι γονείς, οι καθηγητές τους, οι άνθρωποι-πρότυπα στη ζωή τους. Εύλογα, λοιπόν, μπορούμε να αναλογιστούμε ότι πριν από την κρίση που επήλθε από την πανδημία και τον εγκλεισμό, οι νέοι γονείς έχουν εκτεθεί σε πολλαπλούς στρεσογόνους παράγοντες, ένας εκ των κυριότερων η περίοδος της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων στην Ελλάδα.
Ως ειδικοί ψυχικής υγείας δεν μπορούμε να απαντήσουμε με απόλυτες θέσεις, ίσως καλύτερα θα έπρεπε να θέσουμε εμείς οι ίδιοι κάποια περαιτέρω ερωτήματα που θα μας προβληματίσουν και θα αποτελέσουν έναυσμα για σκέψη. Πώς επηρέασε σε οικονομικό και ψυχικό επίπεδο τα πρόσωπα αναφοράς αυτή η επάλληλη έκθεση σε στρεσογόνους παράγοντες; Πώς θα ήταν για τον έφηβο να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου το ονειρεύεσθαι το έχει αντικαταστήσει μια διαρκής αίσθηση ματαιότητας; Τι ευκαιρίες υπάρχουν για τα νέα παιδιά ώστε να ελπίζουν πως μπορούν να δημιουργήσουν και να διαμορφώσουν με ενεργό τρόπο το μέλλον τους;
Μπορεί να αποτελέσει η «βία» μέρος της ψυχικής ανάπτυξης ενός εφήβου;
Η βία προβάλλεται ποικιλοτρόπως και διαρκώς μέσα από διάφορες οδούς επικοινωνίας. Απροκάλυπτη βία, αυτό που ίσως θα ονομάζαμε «αρνητική βία», συναντάμε τόσο στα ακραία περιστατικά βαναυσότητας που προβάλλονται από τα ΜΜΕ και αναπαράγονται στα social media, όσο και από καλλιτέχνες που αποτελούν πρότυπο για πολλούς νέους ανθρώπους. Μέσα από την ανοχή και τη νορμαλοποίηση αυτής της βίαιης συμπεριφοράς, ενισχύουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο της βίας.
Στον αντίποδα αυτής της αρνητικής βίας, ο νέος εκτίθεται και σε μια άλλη μορφή βίας, που κατονομάζεται σπανιότερα, τη βία της θετικότητας. Αυτή η μορφή βίας ντύνεται με ωραίους και κοινωνικά επιθυμητούς όρους, όπως η υπερπαραγωγή, η υπερεπίδοση ή η υπερδραστηριότητα, η οποία ωστόσο ασκεί τεράστια ψυχολογική πίεση στα νεαρά άτομα.
Κάπου ενδιάμεσα από αυτά τα παθολογικά άκρα, υπάρχει ωστόσο και η «υγιής» επιθετικότητα. Η επιθετικότητα και η αντίσταση στα πρόσωπα εξουσίας είναι κάτι που αναμένουμε να συναντήσουμε αναπτυξιακά στην εφηβεία. Το να αποφύγουμε ή να καταπιέσουμε αυτήν την επιθετικότητα θα είναι εξίσου καταστροφικό για την ψυχική ανάπτυξη των εφήβων όσο με τη βιαιότητα που συναντάμε σήμερα σε παθολογικό επίπεδο. Γιατί η επιθετικότητα διαφοροποιεί τον έφηβο, ωθεί τον έφηβο στο να διαμορφώσει μια άλλη, δική του ταυτότητα και τον βοηθά στο να ξεφύγει από τη συγχώνευση με τα γονικά πρόσωπα.
Μέχρι την φάση της προεφηβείας το παιδί έχει εξιδανικευμένα τα γονικά πρόσωπα, οι γονείς είναι οι φορείς του Νόμου, κάτι που σταδιακά εσωτερικεύεται δημιουργώντας ανάλογες αναπαραστάσεις. Η «υγιής» επιθετικότητα, εδώ, εκφράζεται από την πλευρά των γονιών θέτοντας ορισμένα όρια· απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική και κοινωνική λειτουργία του ατόμου. Αργότερα τον ρόλο αυτό τον αναλαμβάνει η ίδια η κοινωνία. Η επιθετικότητα έτσι λειτουργεί με έναν υγιή τρόπο, προωθεί την αυτονομία του ατόμου και το προετοιμάζει για την ενήλικη ζωή.
Το μεγάλο στοίχημα εδώ είναι να βρούμε υγιείς τρόπους, ώστε να εκφραστεί αυτή η επιθετικότητα με έναν δημιουργικό και όχι αυτό- ή ετεροκαταστροφικό-βλαπτικό τρόπο.
Μήπως αυτή η βία είναι μια απάντηση σε μια ήδη υπάρχουσα βία;
Το γεγονός ότι η βίαιη συμπεριφορά εκφράζεται συνηθέστερα σε πλαίσιο ομάδας, υπογραμμίζει την ανάγκη του «ανήκειν» που αισθάνεται ένας έφηβος, να συνταχθεί υπέρ ενός κοινού σκοπού και στόχου, δίνει την αίσθηση ενότητας και συνέργειας. Η εφηβεία, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, είναι η αναπτυξιακή φάση που το άτομο αποστρέφεται τις γονικές φιγούρες και τον ρόλο που διαδραμάτιζαν μέχρι τώρα οι γονείς θα τον αναλάβει ο κύκλος των συνομηλίκων.
Αυτή η ενότητα, δυστυχώς, έχει αποκτήσει ένα αρνητικό πρόσημο και ορισμένοι νέοι προσηλυτίζονται σε μια ηθική-συναισθηματική-λεκτική-σωματική εξόντωση του Άλλου. Προβάλουμε στον Άλλον τις δικές μας αδυναμίες ή δυσκολίες και θέλουμε να τον εξοντώσουμε, για να έχουμε τον έλεγχο.
Τα παιδιά που επιτίθενται με μεγάλη βιαιότητα σε συνομηλίκους είναι ως επί το πλείστον παιδιά που έχουν εκτεθεί τα ίδια σε κακοποιητικές ή παραμελητικές συμπεριφορές. Πολλές φορές τα παιδιά-θύτες έχουν υπάρξει τα ίδια θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Είναι πολύ πιθανό πως αυτά τα παιδιά ίσως προσπαθούν μέσω της ταύτισης με τον επιτιθέμενο να επεξεργαστούν και να επανορθώσουν το δικό τους βίωμα, ώστε να νιώσουν και πάλι ισχυρά, ότι έχουν τον έλεγχο. Αυτή η επιβολή δύναμης στον Άλλον πρόκειται στην ουσία για μια προσπάθεια αντιστάθμισης του δικού τους αισθήματος αβοηθητότητας.
Κρίνεται, όμως, αναγκαίο να ξεφύγουμε από την απλοϊκή λογική της δαχτυλοδεικτούμενης απόδοσης ευθυνών. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να εστιάσουμε την προσοχή μας στο τι γίνεται στο περιβάλλον του παιδιού. Η βίαιη συμπεριφορά δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας κοινωνικής παθολογίας. Σε τι (βίαιες) συμπεριφορές εκτίθεται το ίδιο το παιδί; Αντί να κατηγορούμε και να ασκούμε μια τιμωρητική κριτική στον νέο που εκφράζει τέτοιες βίαιες συμπεριφορές, ίσως θα έπρεπε να κατανοήσουμε πρώτα τι ήταν αυτό που τον ωθεί στο να εκφραστεί μέσα από τόσο βίαιες και ακραίες πράξεις. Σημαντικό είναι επίσης να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθηση του ατόμου με πιο υγιείς τρόπους, προκειμένου να το βοηθήσουμε να επεξεργαστεί το δικό του τραύμα, χωρίς το στιγματοποιήσουμε.
Μέσα από τη δική μας ψυχοθεραπευτική και προσωπική δουλειά μπορούμε να μαθαίνουμε να ακούμε τον άλλον, να τον καταλαβαίνουμε. Μπορούμε ακόμα να μάθουμε να επεξεργαζόμαστε και να μεταβολίζουμε αυτά που εισπράττουμε από το δικό μας περιβάλλον και αντίστοιχα αυτά που προβάλλουμε εμείς στους άλλους, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε κι εμείς οι ίδιοι να γίνουμε ένα «καλό» πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Ψυχική υγεία και εμμηνόπαυση: κατανόηση και φροντίδα

Όταν τα Χριστούγεννα βαραίνουν: Η αθέατη πλευρά της γιορτινής λάμψης

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή: Η ζωή με έναν απαιτητικό συγκάτοικο

Όταν το παρελθόν δεν περνάει. Μιλώντας ανοιχτά για τη μετατραυματική διαταραχή

Όταν η τεχνητή νοημοσύνη «μιλάει» με τα παιδιά μας

Μένουμε μαζί αλλά νιώθουμε μόνοι

Τα Sephora Kids της Ελλάδας


